Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Schwindel -
γενική des Schwindels -
δοτική dem Schwindel -
αιτιατική den Schwindel -

Schwindel (de) αρσενικό

  1. ίλιγγος