Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

Freiheit 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Freiheit die Freiheiten
γενική der Freiheit der Freiheiten
δοτική der Freiheit den Freiheiten
αιτιατική die Freiheit die Freiheiten

Freiheit (de) θηλυκό