Γερμανικά (de) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Bier Biere
γενική Bier(e)s Biere
δοτική Bier(e) Bieren
αιτιατική Bier Biere


  ΠροφοράΕπεξεργασία

Bier 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Bier (de) ουδέτερο

  • η μπίρα
    ich nehme ein Bier - παίρνω μια μπίρα


ΣύνθεταΕπεξεργασία