Άνοιγμα κυρίου μενού

Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Backe die Backen
γενική der Backe der Backen
δοτική der Backe den Backen
αιτιατική die Backe die Backen

Backe (de) θηλυκό

  1. (οικείο) μάγουλο