Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Aufführung < aufführen

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Aufführung die Aufführungen
γενική der Aufführung der Aufführungen
δοτική der Aufführung den Aufführungen
αιτιατική die Aufführung die Aufführungen

Aufführung (de) θηλυκό

  1. το ανέβασμα
  2. η παράσταση
  3. η εκτέλεση