Γερμανικά (de) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Alkoholiker die Alkoholiker
γενική des Alkoholikers der Alkoholiker
δοτική dem Alkoholiker den Alkoholikern
αιτιατική den Alkoholiker die Alkoholiker


  ΠροφοράΕπεξεργασία

Alkoholiker 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Alkoholiker (de) αρσενικό