Άνοιγμα κυρίου μενού

Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

Abbildung 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Abbildung die Abbildungen
γενική der Abbildung der Abbildungen
δοτική der Abbildung den Abbildungen
αιτιατική die Abbildung die Abbildungen

Abbildung (de) θηλυκό

  1. σχέδιο
  2. αναπαραγωγή

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  • δείτε τη λέξη: Abbild