Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὑποφέρω < ὑπό + φέρω

  ΡήμαΕπεξεργασία

ὑποφέρω

  1. παίρνω κάτι και το απομακρύνω από έναν κίνδυνο
  2. φέρω από κάτω
  3. υποφέρω, βασανίζομαι από έναν καημό ή κάτι που ταλαιπωρεί σωματικά
  4. υποκρίνομαι
  5. προτείνω
  6. παρασύρω, κατεβάζω
  7. παθητικό: παρασύρομαι, ολισθαίνω, βυθίζομαι, φθείρομαι, εξασθενώ κυριολεκτικά και μεταφορικά