Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

Αρχικοί
χρόνοι
Φωνή
Eνεργητική
Φωνή
Μέση & Παθητική
Ενεστώτας  ὄλλυμι & ὀλλύω   ὄλλυμαι 
Παρατατικός  ὤλλυν & ὤλλυον   ὠλλύμην 
Μέλλοντας  ὀλέσω & ὀλῶ (αττ.)   ὀλοῦμαι 
Αόριστος  ὤλεσα   ὠλόμην 
Παρακείμενος  ὀλώλεκα   ὄλωλα 
Υπερσυντέλικος  ὠλωλέκειν   ὀλώλειν & ὠλώλειν 
Συντελ.Μέλλ.

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὄλλυμι < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *h₃elh₁- (καταστρέφω) + -νυμι

  ΡήμαΕπεξεργασία

ὄλλυμι

  1. καταστρέφω
    Ὄλωλεν ὑπὸ ἀμούσων οὐδ' ἔτ' ἐστίν Ὀλυμπία εἰ μὴ μόνον ἐρείπια (Χρειάζεται τεκμηρίωση…)
  2. αφανίζω
  3. ερημώνω
  4. χάνομαι

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία