Αρχικοί
χρόνοι
Φωνή
Eνεργητική
Φωνή
Μέση & Παθητική
Ενεστώτας  ὄλλυμι & ὀλλύω   ὄλλυμαι 
Παρατατικός  ὤλλυν & ὤλλυον   ὠλλύμην 
Μέλλοντας  ὀλέσω & ὀλῶ (αττ.)   ὀλοῦμαι 
Αόριστος  ὤλεσα   ὠλόμην 
Παρακείμενος  ὀλώλεκα   ὄλωλα 
Υπερσυντέλικος  ὠλωλέκειν   ὀλώλειν & ὠλώλειν 
Συντελ.Μέλλ.

  Ετυμολογία

επεξεργασία
ὄλλυμι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₃elh₁- (καταστρέφω) + -νυμι

ὄλλυμι

  1. καταστρέφω
  2. αφανίζω
  3. ερημώνω
  4. χάνομαι / πεθαίνω
    ※  οὐ μὴν γυνή γ᾽ ὄλωλεν Ἄλκηστις σέθεν;
    Δε χάθηκε, πιστεύω, η Άλκηστή σου. (Ευριπίδης, Άλκηστις, 518, 438 π.Χ. [1])
    ※  8ος πκε αιώνας   Ὅμηρος, Ἰλιάς, 24 (Ω. Ἕκτορος λύτρα.), στίχ. 725
    «ἆνερ, ἀπ’ αἰῶνος νέος ὤλεο, κὰδ δέ με χήρην | λείπεις ἐν μεγάροισι..
    «Άνδρα μου, νέος πέθανες, κι εμέν᾽ αφήνεις χήραν | στο σπίτι..
    Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greek‑language.gr

Συγγενικά

επεξεργασία