Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χάνομαι < παθητική φωνή του ρήματος χάνω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈxa.nɔ.mɛ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

χάνομαι, αόρ.: χάθηκα, μτχ.π.π.: χαμένος, (ενεργ.: χάνω)

  1. κάποιος με χάνει
    χάθηκε το πορτοφόλι μου
  2. χάνω τον προσανατολισμό μου, δεν μπορώ να βρω το δρόμο για τον προορισμό μου
    τριγύριζε μέσα στα σοκάκια της άγνωστης πόλης και φυσικά χάθηκε
  3. καταστρέφομαι, απειλούμαι από μεγάλη συμφορά
    τα νέα ήτα φοβερά κι άρχισε να φωνάζει "χάνομαι, χάνομαι" ...
  4. πεθαίνω
    χάθηκε χτες ένας μεγάλος άνθρωπος

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • άει/άντε χάσου
  • (να) μη χάνεσαι, (να) μη χαθούμε, (να) μη χανόμαστε: σε αποχαιρετισμό, ως προτροπή για ξαναβρεθούμε

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία