Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική Ἑστιαί αἱ Ἑστιαῖαι
      γενική τῆς Ἑστιαίᾱς τῶν Ἑστιαιῶν
      δοτική τῇ Ἑστιαί ταῖς Ἑστιαίαις
    αιτιατική τὴν Ἑστιαίᾱν τὰς Ἑστιαίᾱς
     κλητική ! Ἑστιαί Ἑστιαῖαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  Ἑστιαί
γεν-δοτ τοῖν  Ἑστιαίαιν
Συνήθως στον ενικό.
1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'χώρα' όπως «χώρα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Ἑστιαία < λείπει η ετυμολογία

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Ἑστιαία θηλυκό

  1. γυναικείο όνομα
  2. δήμος των Αθηνών

  ΠηγέςΕπεξεργασία