Δείτε επίσης: ετοιμασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἑτοιμασία ἑτοιμασία ἑτοιμασίαι
Γενική ἑτοιμασίας ἑτοιμασίαιν ἑτοιμασιῶν
Δοτική ἑτοιμασί ἑτοιμασίαιν ἑτοιμασίαις
Αιτιατική ἑτοιμασίαν ἑτοιμασία ἑτοιμασίας
Κλητική ἑτοιμασία ἑτοιμασία ἑτοιμασίαι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἑτοιμασία < ἑτοιμάζω + -σία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἑτοιμασία θηλυκό

  1. ετοιμότητα
  2. προετοιμασία, ετοιμασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία