↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική Ἄβ αἱ Ἄβαι
      γενική τῆς Ἄβᾱς τῶν Ἀβῶν
      δοτική τῇ Ἄβ ταῖς Ἄβαις
    αιτιατική τὴν Ἄβᾱν τὰς Ἄβᾱς
     κλητική ! Ἄβ Ἄβαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  Ἄβ
γεν-δοτ τοῖν  Ἄβαιν
Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
!!Εξαίρεση: παρ' όλο που το θέμα δεν λήγει σε ρ ή φωνήεν,
δεν έχει γενική σε -ης και κλίνεται όπως το σοφία.
1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'σοφία' όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
Ἄβα < λείπει η ετυμολογία

  Κύριο όνομα

επεξεργασία

Ἄβα θηλυκό

  1. (ελληνική μυθολογία) νύμφη, ερωμένη του Ποσειδώνα, μητέρα του Εργίσκου, ιδρυτή της Εργίσκης
  2. κόρη του Ζηνοφάνους, βασίλισσα της Όλβης, στη Κιλικία
  3. τοπωνύμιο της Ελλάδας
    ※  φησὶ δ' Ἀριστοτέλης ἐξ Ἄβας τῆς Φωκικῆς Θρᾷκας ὁρμηθέντας ἐποικῆσαι τὴν νῆσον καὶ ἐπονομάσαι Ἄβαντας τοὺς ἔχοντας αὐτήν. (Στράβων, Γεωγραφικά, 10, 3, 5-7)

Συγγενικά

επεξεργασία