Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική Ἄβα Ἄβα Ἄβαι
Γενική Ἄβης Ἄβαιν Ἀβῶν
Δοτική Ἄβ Ἄβαιν Ἄβαις
Αιτιατική Ἄβαν Ἄβα Ἄβας
Κλητική Ἄβα Ἄβα Ἄβαι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Ἄβα < → λείπει η ετυμολογία

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Ἄβα θηλυκό

  1. (μυθολογία) νύμφη, ερωμένη του Ποσειδώνα, μητέρα του Εργίσκου, ιδρυτή της Εργίσκης
  2. κόρη του Ζηνοφάνους, βασίλισσα της Όλβης, στη Κιλικία.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία