Δείτε επίσης: Αρμαγεδών, Αρμαγεδδών, Αρμαγεδδώνας, Αρμαγεδώνας
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική Ἁρμαγεδών
      γενική τοῦ Ἁρμαγεδῶνος
      δοτική τῷ Ἁρμαγεδῶν
    αιτιατική τὸν Ἁρμαγεδῶν
     κλητική ! Ἁρμαγεδών
3η κλίση, Κατηγορία 'χειμών' όπως «χειμών» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
Ἁρμαγεδών < (λόγιο δάνειο) εβραϊκή הַר מְגִדֹּו (har M'giddo, «Όρος της Μεγιδδώ» ή «Όρος Σύναξης Στρατευμάτων»)[1]

  Κύριο όνομα

επεξεργασία

Ἁρμαγεδών, -ῶνος αρσενικό στον ενικό

  Αναφορές

επεξεργασία
  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.