Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἀφωνί αἱ ἀφωνίαι
      γενική τῆς ἀφωνίᾱς τῶν ἀφωνιῶν
      δοτική τῇ ἀφωνί ταῖς ἀφωνίαις
    αιτιατική τὴν ἀφωνίᾱν τὰς ἀφωνίᾱς
     κλητική ! ἀφωνί ἀφωνίαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀφωνί
γεν-δοτ τοῖν  ἀφωνίαιν
Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'σοφία' όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀφωνία < ἄφωνος + -ία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἀφωνία θηλυκό

  1. αφωνία, αλαλία
  2. (ελληνιστική κοινή) κακή προφορά

  ΠηγέςΕπεξεργασία