Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀσφάλεια < α- (στερητικό) + ρήμα σφάλλω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἀσφάλεια θηλυκό

  1. έλλειψη κινδύνου, λάθους, αστοχίας
  2. η μη έκθεση σε κίνδυνο.