Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χρονολογώ < (αναδρομικός σχηματισμός) από τη λέξη χρονολογία +

  ΡήμαΕπεξεργασία

χρονολογώ, πρτ.: χρονολογούσα, στ.μέλλ.: θα χρονολογήσω, αόρ.: χρονολόγησα, παθ.φωνή: χρονολογούμαι, μτχ.π.π.: χρονολογημένος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία