Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χαζομπαμπάς χαζομπαμπάδες
γενική χαζομπαμπά χαζομπαμπάδων
αιτιατική χαζομπαμπά χαζομπαμπάδες
κλητική χαζομπαμπά χαζομπαμπάδες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χαζομπαμπάς < χαζός + μπαμπάς

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χαζομπαμπάς αρσενικό

  1. οικείος χαρακτηρισμός προσώπου που συμπεριφέρεται με παιδιάστικο ενθουσιασμό για το παιδί του, συνήθως όταν γίνεται για πρώτη φορά μπαμπάς

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία