Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

φρενολογία < φρένες + -λογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φρενολογία θηλυκό

  • η λέξη αυτή στο ελληνικό λεξιλόγιο του περασμένου αιώνα ήταν συνώνυμο της ψυχιατρικής, της επιστήμης που μελετά τα διανοητικά νοσήματα. Εντούτοις επικρατεί μία σύγχυση επειδή στα αγγλικά και σε άλλες γλώσσες ο όρος φρενολογία σήμαινε και σημαίνει τις πρώτες απόπειρες των ειδικών να εκτιμήσουν την ευφυία ή την τυχόν προδιάθεση στην εγκληματικότητα και άλλες λειτουργίες του εγκεφάλου με βάση τη δομή του κρανίου -προσπάθειες που ελληνικά αποδόθηκαν ως επι το πλείσον ως ανθρωπομετρικές επιστήμες, κρανιομετρία κ.ο.κ.


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία