Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η υφαντουργία οι υφαντουργίες
      γενική της υφαντουργίας των υφαντουργιών
    αιτιατική την υφαντουργία τις υφαντουργίες
     κλητική υφαντουργία υφαντουργίες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υφαντουργία < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υφαντουργία θηλυκό

  • η βιομηχανία της παραγωγής υφασμάτων

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία