Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο υλοζωισμός οι υλοζωισμοί
      γενική του υλοζωισμού των υλοζωισμών
    αιτιατική τον υλοζωισμό τους υλοζωισμούς
     κλητική υλοζωισμέ υλοζωισμοί
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υλοζωισμός < → λείπει η ετυμολογία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /i.lɔ.zɔ.i.ˈzmɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υλοζωισμός αρσενικό

  1. φιλοσοφική θεωρία, σύμφωνα με την οποία κάθε υλικό αντικείμενο έχει ζωή

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία