Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υδροκινητήρας < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υδροκινητήρας αρσενικό

  • κινητήρας (μηχανή που μετατρέπει άλλες μορφές ενέργειας σε κινητική) που λειτουργεί με τη ροή του νερού


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία