Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

υαλοπέτασμα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υαλοπέτασμα

  1. πέτασμα από γυαλί ειδικών προδιαγραφών που χρησιμοποιείται ως δομικό στοιχείο στις εξωτερικές όψεις κτηρίων

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία