Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο τροχίλος οι τροχίλοι
      γενική του τροχίλου των τροχίλων
    αιτιατική τον τροχίλο τους τροχίλους
     κλητική τροχίλε τροχίλοι
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τροχίλος < τροχός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τροχίλος αρσενικό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία