Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τετραγονία < τετρα- + γόνος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τετραγονία θηλυκό

  1. τέταρτη γενεά

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία