Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τελικά < τελικός +

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

τελικά

  1. στο τέλος
     αντώνυμα: αρχικά
  2. τελειωτικά, οριστικά

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

τελικά