Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ταλάντωσις < αρχαία ελληνική ταλάντωσις < ταλαντόομαι-οῦμαι < τάλαντον

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ταλάντωσις θηλυκό