Δείτε επίσης: Τάρταρος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
αρσενικό ουδέτερο
ονομαστική ο τάρταρος τα τάρταρα
      γενική του ταρτάρου * των ταρτάρων
    αιτιατική τον τάρταρο τα τάρταρα
     κλητική τάρταρε τάρταρα
Και προφορικό, του τάρταρου.
Κατηγορία όπως «τάρταρος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τάρταρος < αρχαία ελληνική Τάρταρος (αρσενικό), με πληθυντικο τα Τάρταρα (ουδέτερο)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τάρταρος αρσενικό

  ΠηγέςΕπεξεργασία

  • «Δ. Διπλόκλιτα», §606 - Τριανταφυλλίδης, Μανόλης (1941) Νεοελληνική γραμματική της δημοτικής. Θεσσαλονίκη: Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, 2018 (ανατύπωση με διορθώσεις και επίμετρο - γραφή πολυτονική).