Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σωματάρχης σωματάρχες
γενική σωματάρχη σωματαρχών
αιτιατική σωματάρχη σωματάρχες
κλητική σωματάρχη σωματάρχες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σωματάρχης < σώμα στρατού + -άρχης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σωματάρχης αρσενικό

  1. Ο διοικητής ενός σώματος στρατού. Την θέση αυτή καταλαμβάνει ανώτατος αξιωματικός του στρατού ξηράς (συνήθως Αντιστράτηγος).


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία