Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική το συννεφόκαμα
      γενική
    αιτιατική το συννεφόκαμα
     κλητική συννεφόκαμα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συννεφόκαμα < σύννεφ(ο) + -ό- κάμα < καίω [1]

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συννεφόκαμα ουδέτερο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία