Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

συνασπίζω < → λείπει η ετυμολογία

  ΡήμαΕπεξεργασία

συνασπίζω

  1. συγκεντρώνω διάφορες δυνάμεις για την επίτευξη κάποιου κοινού σκοπού

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συνασπίζω < → λείπει η ετυμολογία

  ΡήμαΕπεξεργασία

συνασπίζω

  1. πολεμάω μαζί με κάποιον υποστηρίζοντάς τον με την ασπίδα μου
  2. (μεταφορικά) υποστηρίζω