Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική σίελον σιέλω σίελα
Γενική σιέλου σιέλοιν σιέλων
Δοτική σιέλ σιέλοιν σιέλοις
Αιτιατική σίελον σιέλω σίελα
Κλητική σίελον σιέλω σίελα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σίελον < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σίελον ουδέτερο

  1. σάλιο
  2. μύξα

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία