Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πτίση οι πτίσεις
      γενική της πτίσης
& πτίσεως
των πτίσεων
    αιτιατική την πτίση τις πτίσεις
     κλητική πτίση πτίσεις
Παράρτημα


  Ετυμολογία Επεξεργασία

πτίση < αρχ. ρήμα πτίσσω


  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτίση θηλυκό

  1. ο πτισμός, το ξεφλούδισμα του κριθαριού και άλλων σιτηρών με διάφορα μέσα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία