Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προβληματίζω < μεσαιωνική ελληνική προβληματίζομαι < αρχαία ελληνική πρόβλημα

  ΡήμαΕπεξεργασία

προβληματίζω (παθητική φωνή: προβληματίζομαι)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία