Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική πεττεί αἱ πεττεῖαι
      γενική τῆς πεττείᾱς τῶν πεττειῶν
      δοτική τῇ πεττεί ταῖς πεττείαις
    αιτιατική τὴν πεττείᾱν τὰς πεττείᾱς
     κλητική ! πεττεί πεττεῖαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  πεττεί
γεν-δοτ τοῖν  πεττείαιν
1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'χώρα' όπως «χώρα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πεττεία < πεττός ή πεσσός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πεττεία θηλυκό ή πεσσεία

  • (παιχνίδι) το παίξιμο των πεττών, το άθυρμα (παιχνίδι) που συνδύαζε την εκπαίδευση και στην ψυχαγωγία και αφορά γενικά τα σημερινά επιτραπέζια παιχνίδια όπως το σκράμπλ, το φιδάκι, το σκάκι, την ντάμα κ.λπ.
  • το επιτραπέζιο παιχνίδι

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία