Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το παξιμαδάκι τα παξιμαδάκια
      γενική
    αιτιατική το παξιμαδάκι τα παξιμαδάκια
     κλητική παξιμαδάκι παξιμαδάκια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παξιμαδάκι < παξιμάδι
 
Παξιμαδάκια σε πιατάκι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παξιμαδάκι ουδέτερο

  1. μικρό παξιμάδι
  2. κυρίως το γλυκό παξιμαδάκι (1) που χρησιμοποιείται σαν βούτημα