Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο παλιοχαρακτήρας οι παλιοχαρακτήρες
      γενική του παλιοχαρακτήρα των παλιοχαρακτήρων
    αιτιατική τον παλιοχαρακτήρα τους παλιοχαρακτήρες
     κλητική παλιοχαρακτήρα παλιοχαρακτήρες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παλιοχαρακτήρας < παλιο- και χαρακτήρας

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παλιοχαρακτήρας αρσενικό

  • κακός χαρακτήρας, άτομο με ιδιαίτερα αρνητική συμπεριφορά προς το περιβάλλον του
  • Ασ' τονε τον καραγκιόζη, παλιοχαρακτήρας είναι, τι περίμενες από δαύτον;


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία