Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πάτσι < ιταλική pace < λατινική pax < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *peh₂ǵ- / *peh₂ḱ-

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

πάτσι

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • (έρχομαι / είμαστε) πάτσι και πόστα: (έρχομαι / είμαστε) ισοπαλία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία