Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

μπας και < μεσαιωνική ελληνική μήν πᾶς καί

  ΈκφρασηΕπεξεργασία

μπας και

  1. μήπως
    πήγαινε στους δίπλα, μπας και έχουν λίγη ζάχαρη, γιατί ξέχασα να πάρω

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία