Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πάνοπλος < αρχαία ελληνική πάνοπλος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πάνοπλος, -η, -ο

  1. πολύ καλά οπλισμένος, εφοδιασμένος με όλα τα όπλα που απαιτούνται


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πάνοπλος < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πάνοπλος

  1. που έχει όλο τον οπλισμό του