Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ουρακίλη οι ουρακίλες
      γενική της ουρακίλης
    αιτιατική την ουρακίλη τις ουρακίλες
     κλητική ουρακίλη ουρακίλες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
όπως «ζέστη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ουρακίλη < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ουρακίλη θηλυκό, μόνο στον ενικό

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

σαν χημικό στοιχείο δεν έχει πληθυντικό, όταν μετράμε τις βάσεις σε γενετικό κώδικα υπάρχει λαϊκότροπος πληθυντικός

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία