Νέα ελληνικά (el) επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η οπλοβιομηχανία οι οπλοβιομηχανίες
      γενική της οπλοβιομηχανίας των οπλοβιομηχανιών
    αιτιατική την οπλοβιομηχανία τις οπλοβιομηχανίες
     κλητική οπλοβιομηχανία οπλοβιομηχανίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία επεξεργασία

οπλοβιομηχανία < όπλο + βιομηχανία

  Ουσιαστικό επεξεργασία

οπλοβιομηχανία θηλυκό

  • βιομηχανία παρασκευής όπλων

  Μεταφράσεις επεξεργασία