Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η οικίστρια οι οικίστριες
      γενική της οικίστριας των οικιστριών
    αιτιατική την οικίστρια τις οικίστριες
     κλητική οικίστρια οικίστριες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οικίστρια < οικιστής + • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

οικίστρια θηλυκό