Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο οδηγισμός οι οδηγισμοί
      γενική του οδηγισμού των οδηγισμών
    αιτιατική τον οδηγισμό τους οδηγισμούς
     κλητική οδηγισμέ οδηγισμοί
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οδηγισμός < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

οδηγισμός αρσενικό

  1. κίνημα ανάλογο με τον προσκοπισμό που στα αρχικά του στάδια απευθυνόταν κυρίως στα κορίτσια


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία