Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξεκρεμώ < μεσαιωνική ελληνική ξεκρεμνῶ και ξεκρεμῶ < ξε + κρεμνῶ ( < ελληνιστική κοινή ή μεταγενέστερη κρεμάω και κρεμνάω ίσως κι από συνδυασμό των λέξεων της αρχαίας ελληνικής κρημνός και κρεμάννυμι ή κρεμύω

  ΡήμαΕπεξεργασία

ξεκρεμώ και ξεκρεμάζω

  • ξεκρέμασα τις κουρτίνες, τα πανό, τις σημαίες από το μπαλκόνι, τον πίνακα, τα ρούχα
  • Η Μπατερφλάι μπαίνει ξανά στο σπίτι. Ψύχραιμα ξεκρεμά το σπαθί του πατέρα της και διαβάζει την επιγραφή στη λεπίδα: «Πεθαίνει με τιμή αυτός που δεν μπορεί να ζήσει με τιμή».

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία