Ετυμολογία

επεξεργασία

ξεκουμπώνω < ξε + κουμπώνω

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /kse.kumˈbo.no/ & /kse.kuˈbo.no/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ξε‐κου‐μπώ‐νω

ξεκουμπώνω, αόρ.: ξεκούμπωσα, παθ.φωνή: ξεκουμπώνομαι, π.αόρ.: ξεκουμπώθηκα, μτχ.π.π.: ξεκουμπωμένος

Συγγενικά

επεξεργασία

→ και δείτε τη λέξη κουμπί

  Μεταφράσεις

επεξεργασία