Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μετατροπία < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μετατροπία θηλυκό

  1. (μουσική) η τονική απόκλιση, η μετάβαση από τη μία τονικότητα στη άλλη

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία