Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μετατροπέας < μετατρέπω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μετατροπέας αρσενικό

  1. αυτός που μετατρέπει κάτι σε κάτι άλλο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία