Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μαχαιράκι τα μαχαιράκια
      γενική
    αιτιατική το μαχαιράκι τα μαχαιράκια
     κλητική μαχαιράκι μαχαιράκια
όπως «παιδάκι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαχαιράκι < υποκοριστικό της λέξης μαχαίρι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μαχαιράκι ουδέτερο

  • το μικρό μαχαίρι


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία