Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

λήστευση < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λήστευση θηλυκό

  1. η ενέργεια του ληστεύω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία